Duel by Pittermilk « Ξένε, ήρθε η ώρα,» με ξύπνησε ο Βασιλιάς ακουμπώντας με στον ώμο. Χωρίς ούτε καν να ανοίξω τα μάτια πετάχτηκα επάνω και χωρίς να πάρω ανάσα προσπάθησα να καταλάβω που βρίσκομαι. « Που είναι η σκιά;» φώναξα όταν θυμήθηκα τι έγινε τη προηγούμενη νύχτα. « Σε είδα να...» « Σταμάτα,» με διέκοψε ο Βασιλιάς. « Ότι είδες χθες είναι δικό σου. Μη το πεις ποτέ σε κανέναν.» « Ξέρω το όνομα σου,» του είπα και τον έκανα να πάψει και να με κοιτάξει στα μάτια. « Αυτό δεν αφορά αυτή τη στιγμή, ή κάθε άλλη. Ο διεκδικητής έχει φθάσει. Ακολούθησε με.» Ο Βασιλιάς έδειξε με το δεξί του χέρι τον Αγαθίτη και μία άλλη γυναικεία φιγούρα που μας περίμεναν όρθιοι, σκιάζοντας τον κόκκινο ήλιο. Ήταν αρκετά ψηλή, στον ύψος του Αγαθίτη και φορούσε παρόμοια ρούχα με τα δικά του αλλά πιο απλά και σε πιο ανοιχτόχρωμο, θηλυκό χρώμα. Τους πλησιάσαμε αργά και ακολουθώντας τις κινήσεις του Βασιλιά, στάθηκα ακριβώς απέναντι από τον Αγαθίτη που αμέσως σταμάτησε να ψιθυρί...
The strange plant by Pittermilk Όταν ο βασιλιάς Χειμώνας επέστρεψε, κουβαλούσε μαζί του ένα δέμα ξερά ξύλα για φωτιά που τα κρατούσε με το αριστερό του χέρι μόνο, λες και ήταν ένα απλό κλαράκι. Αφού τα άφησε στο έδαφος, μου ζήτησε να τον ακολουθήσω. Χωρίς να περιμένω εξηγήσεις απάντησα καταφατικά και άρχισα να ακολουθώ τα βήματά του. Το ταξίδι ήταν αρκετά μακρύ και ο βασιλιάς προτίμησε να μη μου μιλά κατά τη διάρκεια του, ακολουθώντας το μουντό μοτίβο της κόκκινης γης στην οποία περπατούσαμε. Όσο απομακρυνόμασταν από τη πόλη παρατήρησα ότι τα ξερά δέντρα και οι θάμνοι που έβλεπα με μεγάλη συχνότητα στην αρχή είχαν αρχίσει να γίνονται πιο σπάνιοι και προς το τέλος τους ταξιδιού μας μόνο το κόκκινο έδαφος έμεινε τριγύρω μας. Όταν τελικά νύχτωσε είχαμε φθάσει στο προορισμό μας. Βρισκόμασταν μπροστά σε μια λίμνη. Ήταν τόσο μεγάλη που θα την είχα περάσει για θάλασσα εάν δεν έβλεπα ένα φως, μια φωτιά πιθανόν, στην ακριβώς απέναντι πλευρά από εμάς. Το φως του φεγγαριού...